Moby Porcelain - Μια αυτοβιογραφία - Vegan in Athens

Βιβλίο: Porcelain: Μια αυτοβιογραφία – Moby

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν η ηλεκτρονική μουσική και τo rave ήταν στο αποκορύφωμά τους, ήμουν μια έφηβη που ενθουσιαζόταν με την rock, την punk και την brit pop που επίσης εκείνη την εποχή αναδυόταν. Άκουγα Ramones, Pulp και Oasis αγνοώντας οποιαδήποτε κασέτα (και αργότερα cd) περιείχε κάποιο άλλο είδος. “Καταρχήν αυτό δεν είναι μουσική” έλεγα για την ηλεκτρονική, όποτε και αν γινόταν κουβέντα. Ένα απόγευμα όμως στις αρχές των ’00s, στο μικροσκοπικό, φοιτητικό μου σπίτι άκουγα για πρώτη φορά στο ραδιόφωνο το “Everloving” από τον δίσκο “Play” και ένιωσα ότι ακούω κάτι διαφορετικό και μοναδικό μετά από καιρό. Παρότι το συγκεκριμένο κομμάτι δεν είναι το ηλεκτρονικό παράδειγμα που συναντάμε στη μουσική του Moby, μέσα του είναι ευδιάκριτο το προσωπικό του στυλ, η υπογραφή του, το αέρινο και αισιόδοξο στοιχείο. Νομίζω στην Ελλάδα, οι περισσότεροι γνωρίσαμε τον Moby μέσα από τους δίσκους “Play” και “18”, από τους οποίους ακόμα και σήμερα 16-18 χρόνια μετά παίζονται κομμάτια στα ραδιόφωνο. Από την άλλη πολλοί από εμάς ξαναγνωρίσαμε τον Moby ως ένθερμο υποστηρικτή των δικαιωμάτων των μη ανθρώπινων ζώων, ως vegan ακτιβιστή.

Στο Porcelain διαβάζουμε ότι ήδη από το 1987, όταν ακόμα δεν ήταν γνωστό καν πώς προφέρεται η λέξη “vegan” ο Moby είχε υιοθετήσει αυτό τον τρόπο ζωής για ηθικούς λόγους. Σήμερα, ακριβώς τριάντα χρόνια μετά, ο αγώνας για τα δικαιώματα των μη ανθρώπινων ζώων βρίσκεται για αυτόν στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του. Ο γνωστός μουσικός σήμερα ζει στο Λος Άντζελες, έχει το δικό του vegan εστιατόριο και δίνει μια συναυλία το χρόνο, τα έσοδα της οποία πηγαίνουν σε φιλοζωικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς. Φυσικά παραμένει πάντα μουσικός αλλά σήμερα η μουσική γι’ αυτόν δεν είναι μέσο βιοπορισμού, αλλά ελεύθερης έκφρασης – οι πιο πρόσφατοι δίσκοι του είναι αρκετά διαφορετικοί από αυτούς που τον καθιέρωσαν, μια επιστροφή στην παλιά του αγάπη, την πανκ. Μέσα σε όλα αυτά, ο Moby, που το όνομα του πήρε από τον Moby Dick, λόγω μιας μακρινής συγγένειας με τον Herman Melville, συγγραφέα του γνωστού παραμυθιού, δοκίμασε τα συγγραφικά του γονίδια, γράφοντας ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο που περιγράφει μια δεκαετία από την ζωή του από το 1989 έως το 1999.

Ως αναγνώστρια το βρήκα ζωντανό, ειλικρινές, διασκεδαστικό, συνήθως, αλλά και αρκετά συναισθηματικό. Χαμογέλασα πολλές φορές με τις εμμονές και τις αθώες ή σοβαρές ανησυχίες της νεανικής του ηλικίας, αισθάνθηκα ότι γνώρισα τα γεγονότα πίσω από πολλά αγαπημένα μουσικά κομμάτια, ταυτίστηκα με την ευαισθησία του απέναντι στα ζώα, ανθρώπινα και μη ανθρώπινα και απόρησα με τις θρησκευτικές του εμμονές που δημιουργούσαν ένα ενοχικό υπόστρωμα κάτω από απλές καθημερινές χαρές, λυπήθηκα για την εξάρτησή του από το αλκοόλ στο δεύτερο μισό των ’90s . Το Porcelain (που πήρε τον τίτλο του από το ομώνυμο κομμάτι στον δίσκο “Play”) δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι ένα μουσικό βιβλίο, μια αφήγηση πλαισιωμένη αυστηρά γύρω από την καριέρα ενός μουσικού που αναδείχτηκε ή βυθισμένη στην ιστορία κάθε δίσκου εκείνης την δεκαετίας. Αν και δεν λείπουν τέτοιες σελίδες, αυτές δεν έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στις διηγήσεις από οτιδήποτε άλλο σημαντικό, ενδιαφέρον, αστείο ή συγκινητικό συνέβαινε στη ζωή του μουσικού-συγγραφέα εκείνη την εποχή, όπως τα ρέιβ πάρτι σε καταπράσινα δάση με την ανατολή του ήλιου, το άγχος για την υποχώρηση της γραμμής των μαλλιών του, οι κρίσεις πανικού. Το βιβλίο αυτό λειτουργεί σαν μια βαθιά εξομολόγηση, ένα μοίρασμα ψυχής.

Το Porcelain, πριν μας πάει στο 1989, ξεκινά με ένα σύντομο αλλά σημαντικό πρόλογο δανεισμένο από μια στιγμή του 1976, όπου ο δέκα ετών Moby βρίσκεται σ’ ένα χώρο πλυντηρίων αυτοεξυπηρέτησης μαζί με την μητέρα του, αντιμέτωπος με την φτώχεια, το κρύο και την βαρεμάρα. Διαφυγή του ήταν η μουσική του ραδιοφώνου – έναυσμα να ατενίζει το μέλλον του και να το φαντάζεται ευτοπικό, ένα μεγάλο πάρτι όπου χιλιάδες άνθρωποι θα του χαμογελούν και θα τον καλωσορίζουν. Αυτή η σκηνή θα έρθει ξανά και ξανά στο μυαλό μου όταν διαβάζοντας για την ζωή του διαπιστώνω κάτι που πιο εύκολα βλέπουμε στους άλλους παρά στον εαυτό μας, το γεγονός δηλαδή ότι όσο κι αν μεγαλώνουμε, όσο επιτυχημένοι/ες και αν γινόμαστε, το φοβισμένο παιδί μέσα μας, αν δεν το εντοπίσουμε και δεν το καθησυχάσουμε, μπορεί να επανέρχεται ξανά και ξανά στο προσκήνιο με την μορφή φόβων, ζήλιας, πανικού, συμπλεγμάτων, κλέβοντας την χαρά από την κάθε μέρα, την κάθε στιγμή.

Το υπόλοιπο βιβλίο χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια ξεκινώντας από το 1989, όπου ο Moby ζούσε σε μια επαρχιακή πόλη έξω από την Νέα Υόρκη. Ξεκινά ως ένας DJ μερικής απασχόλησης, τόσο φτωχός που ζει σε ένα δωμάτιο ενός εγκαταλειμμένου, παλιού εργοστασίου, με μέγεθος εννιά τετραγωνικά μέτρα και μετά βίας κερδίζει τα προς το ζην. Ήδη είναι παθιασμένος χριστιανός, straight edge (πανκ υποκουλτούρα που απέχει από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τον καπνό), vegan αλλά και αρκετά ονειροπόλος ώστε με τις ελάχιστες οικονομίες του να επισκέπτεται επίμονα την Νέα Υόρκη με τον Metro North και να τριγυρίζει μοιράζοντας demo της μουσικής του, τα οποία πιθανότατα δεν άκουγε κανένας. Το όνειρό του τότε ήταν να παίζει DJ σε ένα από τα κλαμπ της Νέας Υόρκης και να πάει να ζήσει εκεί, στην τότε πόλη των ονείρων του, των ευκαιριών και της ζωής. Στα επόμενα κεφάλαια παρακολουθούμε την ροή των ευκαιριών και την λαχτάρα του να τις αδράξει, την πραγματοποίηση των καλλιτεχνικών ονείρων του, την κατάκτηση δόξας και πλούτου και τέλος την αδυναμία όλων αυτών των επιτυχημένων στόχων να οδηγήσουν στην ευτυχία και την ηρεμία. Το φτωχό παιδί του 1989 που ζει την κάθε στιγμή φαίνεται πιο χαρούμενο από τον επιτυχημένο μουσικό που το 1999 αλκοολικός προσπαθούσε να ξεχάσει την δυστυχία του μέσα σε εφήμερες απολαύσεις και να γράψει έναν “τελευταίο” δίσκο, το Play, για να αποχωρήσει από την μουσική σκηνή με το κεφάλι ψηλά.

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε πολύ ζωντανό ύφος, εναλλάσσοντας διηγήσεις που αφορούν προσωπικές πτυχές τις ζωής του με ιστορίες επικεντρωμένες στην καλλιτεχνική του πορεία – όχι ότι είναι πάντα σαφές το όριο ανάμεσα στα δύο. Επιπλέον, ένα στοιχείο που δίνει ζωντάνια στο κείμενο είναι οι συνειρμοί που φέρνουν ενδιαφέρουσες παρενθέσεις και εγκιβωτισμένες ιστορίες, διηγήσεις μέσα στις διηγήσεις που αποκαλύπτουν σημαντικές στιγμές όχι μόνο μέσα από την δεκαετία 1989-1999 αλλά και από την παιδική και εφηβική του ηλικία. Νομίζω ότι σε μεγάλο βαθμό τα συγγραφικά γονίδια της οικογένειας πέρασαν και στον Moby!

Πέρα από το να διαβάσουμε για την προσωπικότητα, την προσωπική ζωή και την μουσική σκηνή εκείνης της δεκαετίας στην Νέα Υόρκη, θα απολαύσουμε vegan γεύματα στο Angelica kitchen, το παλιότερο και γνωστότερο vegan εστιατόριο της ΝΥ (το οποίο έκλεισε πρόσφατα μετά από 40 χρόνια λειτουργίας) και σάντουιτς με φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα στο αεροπλάνο, θα μάθουμε να φτιάχνουμε τηγανίτες με αλεύρι ολικής και βατόμουρα και να τις απολαμβάνουμε φιλοσοφώντας για το νόημα της ζωής κάτω από τα αστέρια, θα περπατήσουμε παρέα μαζί του ξημερώματα στην Αθήνα, θα κλάψουμε και θα γελάσουμε. Αυτό όμως που μου έμεινε σαν τελική αίσθηση τις δυο φορές που διάβασα το βιβλίο είναι ότι γνώρισα τον Moby, σαν να είχαμε πάει οι δυο μας για έναν καφέ και να μου άνοιξε την ψυχή του. Νιώθω ότι γνώρισα έναν απλό και ειλικρινή άνθρωπο, με προτερήματα και ελαττώματα, φόβους, αγάπες, συναισθήματα, ένα ευαίσθητο και καλοσυνάτο πλάσμα που ακολούθησε την καρδιά του με οποιοδήποτε κόστος και ακολουθώντας την καρδιά του αγωνίστηκε και αγωνίζεται ακόμα για έναν κόσμο χωρίς βία, χωρίς εκμετάλλευση των ανθρώπινων και μη ανθρώπινων ζώων, ένα κόσμο γεμάτο πράσινη φύση και γαλάζιο ουρανό, έναν κόσμο στον οποίο θα ηχεί μόνιμα μια υπέροχη, χαρούμενη μουσική.

Εκδ. Ροπή, 2016, μτφ Αφροδίτη Γεωργαλιού, σελ. 427, [Moby – Porcelain: A Memoir, 2016]

Similar Posts:

Facebookpinterestmail

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *